|
Σχετικοί ιστότοποι | Σπάνια πανίδα | Σπάνια χλωρίδα| Επιλεγμένα ζώα | Επιλεγμένα φυτά | Ιστορίες & παραμύθια |
Σπάνια πανίδα |
Περιεχόμενα:
Καφέ αρκούδα
Λύκος
Αγριόγατα
Τσακάλι
Αργυροπελεκάνος
Σπιζαετός
Σκίουρος
|
| Καφέ αρκούδα |
|
Μέσα από μία πορεία εξέλιξης 35 εκατομμυρίων χρόνων η καφέ αρκούδα, ζώο ιδιαίτερα προσαρμοστικό, κατόρθωσε να βρει κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης σε όλη σχεδόν τη γηραιά ήπειρο. Ωστόσο υπολογίζεται ότι μόνο κατά τους δύο τελευταίους αιώνες η κατανομή και οι πληθυσμοί της αρκούδας μειώθηκαν κατά 60% και 50% αντίστοιχα, με αποτέλεσμα τη δραματική συρρίκνωση και διάσπαση της άλλοτε ενιαίας ζώνης εξάπλωσης του είδους.
Σήμερα, η αρκούδα επιβιώνει σε μικρούς πληθυσμούς, αποκομμένους στη νότια Ευρώπη, και θεωρείται πλέον και νομικά είδος υπό εξαφάνιση.
Στην Ελλάδα οι αρκούδες, που υπολογίζονται γύρω στις 180, ζουν στις πιο απόμερες περιοχές των οροσειρών της Πίνδου και της Ροδόπης, σχηματίζοντας δύο μικρούς πληθυσμούς, που δεν επικοινωνούν πλέον μεταξύ τους.
Η αρκούδα δεν έχει φυσικούς εχθρούς, κινδυνεύει μόνο από τον άνθρωπο και τις παράνομες ή εντατικές δραστηριότητές του.
Χαρακτηριστικά: Βασίλειο: Animalia, Φύλο: Chordata, Κλάση: Mammalia, Τάξη: Carnivora, Οικογένεια: Ursidae, Γένος: Ursus, Μήκος: 1,70 - 2,20 μέτρα, Βάρος: 60 - 250 κιλά (ανάλογα με το φύλο και την εποχή του έτους)
Καθεστώς προστασίας: Η καφέ αρκούδα προστατεύεται σήμερα από τη διεθνή, την κοινοτική και την ελληνική νομοθεσία. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 258(Ν.Δ. 86/69) του Δασικού Κώδικα, απαγορεύεται ο φόνος, η αιχμαλωσία, η κατοχή και η έκθεση σε δημόσια θέα της καφέ αρκούδας. Στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ειδών(Red Data Book) η καφέ αρκούδα αναφέρεται ως κινδυνεύον είδος. Σύμφωνα με την οδηγία 93/43 της ΕΕ, το είδος τελεί υπό προστασία.
Περιγραφή: Έχει σωματώδη διάπλαση, τριγωνικό κεφάλι, κυκλικά αυτιά και μικρά μάτια. Το τρίχωμα μίας ενήλικης αρκούδας παρουσιάζει όλες τις αποχρώσεις του καφέ, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και το περιβάλλον στο οποίο ζει.
Εξάπλωση: Η καφέ αρκούδα (Ursus arctos) έως τον 15ο αιώνα ζούσε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η καταστροφή των βιοτόπων της και το κυνήγι της, που απαγορεύτηκε μόλις εδώ και δύο δεκαετίες, είναι οι κύριες αιτίες της σταδιακής εξαφάνισής της από τις περισσότερες χώρες. Σήμερα ζει σε μικρούς, αποκομμένους πληθυσμούς και κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Στη Γαλλία έχουν απομείνει περίπου 10, ενώ στην Ισπανία και την Ιταλία περίπου από 50. Στην Ελλάδα έως το 19ο αιώνα, η αρκούδα ζούσε ακόμη και στην Πελοπόννησο. Σήμερα έχει περιοριστεί κυρίως στη βόρεια Πίνδο και την κεντρική Ροδόπη. Ο ελάχιστος δυνατός πληθυσμός της υπολογίζεται σε 180 άτομα και αποτελεί το νοτιότερο τμήμα του Βαλκανικού πληθυσμού αρκούδας που δεν ξεπερνά συνολικά τα 2.500-3.000 άτομα. Είναι ωστόσο από τους μεγαλύτερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η φυσική σύνδεση των πληθυσμών της καφέ αρκούδας στη Βαλκανική θα αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσης του είδους και στη χώρα μας.
Βιότοπος: Χαρακτηριστικά ενδιαιτήματα τα οποία προτιμά η καφέ αρκούδα είναι τα μικτά δάση κωνοφόρων και φυλλοβόλων που βρίσκονται στην υψομετρική ζώνη μεταξύ 900 και 1700 μέτρων. Τους θερινούς μήνες συναντιέται επίσης σε καλλιέργειες και οπωρώνες λόγω της διατροφικής τους αξίας.
Βιολογία: Η αρκούδα είναι το πιο μεγάλο χερσαίο θηλαστικό της Ευρώπης. Σε φυσιολογικές συνθήκες ζει περίπου 20 με 25 χρόνια. Ζει σε ορεινές δασικές περιοχές και είναι ζώο παμφάγο (αν και ταξινομικά ανήκει στην τάξη των σαρκοφάγων) με ιδιαίτερη προτίμηση στις φυτικές τροφές και ιδιαίτερη αδυναμία στο μέλι. Αναπαράγεται από το 4ο-5ο έτος της ηλικίας της, ζευγαρώνει κάθε δύο ή τρία χρόνια, την περίοδο από το Μάιο έως τον Ιούλιο και γεννά το χειμώνα, συνήθως τον Ιανουάριο, κατά τη διάρκεια του χειμέριου ύπνου από ένα έως δύο και σπανιότερα τρία μικρά, τα οποία γεννιούνται τυφλά και γυμνά ενώ ζυγίζουν μόλις 350-400 γραμμάρια. Τα πρώτα 2-3 χρόνια της ζωής τους είναι τα πιο σημαντικά γιατί κατά το διάστημα αυτό διδάσκονται από τη μητέρα-αρκούδα τον τρόπο επιβίωσης μέσα στο δάσος. Αξιοσημείωτο είναι πως ενώ όλα τα ζώα που πέφτουν σε χειμέριο ύπνο πρέπει κατά καιρούς να ξυπνήσουν για να αποβάλουν τα ούρα τους, η αρκούδα δεν χρειάζεται να κάνει κάτι παρόμοιο διότι διαθέτει έναν μοναδικό μηχανισμό ανακύκλωσης της ουρίας.
Απειλές: Οι κυριότεροι κίνδυνοι για την αρκούδα είναι:
- Ο φόνος από τον άνθρωπο
- η καταστροφή και υποβάθμιση των βιοτόπων της (αλόγιστη και παράνομη υλοτομία, πυρκαγιές, αλόγιστη διάνοιξη δασικών δρόμων)
- η απομόνωση των βιοτόπων σε μικρή και μεγάλη κλίμακα (αλόγιστη διάνοιξη δασικών δρόμων και χωρίς σχεδιασμό και έλεγχο τεχνικά έργα όπως φράγματα, μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι)
- η διακοπή του χειμέριου ύπνου λόγω όχλησης. Ο χειμέριος ύπνος είναι μια διαδικασία συνεχής η οποία μάλιστα αν διακοπεί, δύσκολα ξαναρχίζει, γεγονός που δυσκολεύει την προσπάθεια επιβίωσης κατά τη δύσκολη λόγω έλλειψης τροφής, χειμερινή περίοδο. Επιπλέον, η επιβίωση των νεογνών επιτυγχάνεται μόνο αν η μητέρα δεν απομακρυνθεί από τη φωλιά.
- η έλλειψη γνώσης και πληροφόρησης για τα παραπάνω προβλήματα, με αποτέλεσμα την έλλειψη κρατικής ενεργοποίησης καθώς και δραστηριοποίησης των πολιτών.
Δικτυότοποι για την αρκούδα:
Αρκτούρος - αρκούδα
Καλλιστώ - αρκούδα
Βικιπαίδεια - αρκούδα
WWF - αρκούδα
|
| Λύκος |
|
Κανένα άλλο ζώο δεν έχει πλουτίσει τους μύθους και τις παραδόσεις των λαών όλου του κόσμου όπως ο λύκος. Σύμβολο δύναμης και ελευθερίας στοιχειώνει με την παρουσία του θρύλους και παραμύθια εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Ο πρώτος πρόγονος του λύκου εμφανίστηκε πριν από 54 εκ. χρόνια στη Β. Αμερική ενώ ο λύκος στη σημερινή του μορφή πριν από 1,5 εκ. χρόνια. Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας. Πριν από μερικούς αιώνες ο λύκος ζούσε σε όλα τα μέρη του Βόρειου ημισφαιρίου του πλανήτη μας. Από τον 14ο αιώνα και ύστερα από συστηματικές προσπάθειες εξόντωσής του, εξαφανίστηκε από 14 χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης, ενώ στις χώρες που ζει, ο πληθυσμός του έχει μειωθεί δραματικά. Στην Ελλάδα ο λύκος δεν ζει πια στην Πελλοπόνησο και την Κρήτη και τον συναντάμε μόνο σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η μείωση της φυσικής λείας του λύκου και η αρνητική εικόνα που έχει διαμορφωθεί γι’ αυτόν στη συνείδηση των ανθρώπων σε συνδυασμό με τους άλλους κινδύνους που απειλούν το είδος οδηγούν στη μείωση των πληθυσμών −με κύριο αίτιο τον άνθρωπο.
Στις μέρες μας ο “κακός λύκος” των παραμυθιών δεν είναι παρά ένα τρωτό είδος που χρειάζεται προστασία.
Χαρακτηριστικά: Βασίλειο: Animalia, Φύλο: Chordata, Κλάση: Mammalia, Τάξη: Carnivora, Οικογένεια: Canidae, Γένος: Canis, Μήκος: 100 -160 εκατοστά, Βάρος: 15 - 80 κιλά
Καθεστώς: Ο λύκος προστατεύεται σε όλη την Ευρώπη από τη νομοθεσία, με τη Σύμβαση της Βέρνης και την Οδηγία 92/43 της ΕΕ. Στην Ελλάδα, ο λύκος έπαψε να θεωρείται επιζήμιο είδος από το 1991 και χαρακτηρίζεται επίσημα «τρωτό» είδος.
Περιγραφή: Ο λύκος αποτελεί τον μεγαλύτερο σε μέγεθος εκπρόσωπο της οικογένειας των κυνοειδών (Canidae) και χαρακτηρίζεται από υψηλή νοημοσύνη και ανεπτυγμένη κοινωνική οργάνωση. Ο πρώτος πρόγονος του λύκου εμφανίστηκε πριν από 54 εκατ. χρόνια στη Β. Αμερική ενώ πήρε τη σημερινή του μορφή πριν 1,5 εκατομμύριο χρόνια. Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας. Ο θεός Απόλλωνας συχνά αναφέρεται ως Λύκειος. Αυτή είναι μια επίκληση του Απόλλωνα ως θεού του φωτός που δηλώνει την καταγωγή των λέξεων λυκόφως και λυκαυγές. Εξάπλωση: Ο λύκος (Canis lupus) υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας που κάλυπτε όλο σχεδόν το Βόρειο Ημισφαίριο. Σήμερα εξαιτίας των συστηματικών προσπαθειών εξόντωσης έχει χάσει μεγάλο μέρος της ιστορικής του επικράτειας. Στην Ευρώπη, εκτός από τη χώρα μας, λύκους συναντά κανείς σε μικρούς πληθυσμούς στις Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, στις σκανδιναβικές χώρες, σε μεγαλύτερους πληθυσμούς στα ανατολικά της Ευρώπης ενώ πρόσφατα επανεμφανίστηκε στις Γαλλία, Ελβετία και Γερμανία. Στην Ελλάδα η εξάπλωσή του εκτείνεται σε όλο σχεδόν το ηπειρωτικό ανάγλυφο της χώρας, βόρεια της Βοιωτίας.
Βιότοπος: Ο λύκος είναι εξαιρετικά προσαρμοστικό είδος και ζει σε πολλές ημιορεινές και ορεινές ηπειρωτικές περιοχές.
Βιολογία: Κοινό χαρακτηριστικό των πληθυσμών λύκου ανά τον κόσμο είναι η κοινωνική οργάνωση σε μικρές ή μεγάλες ομάδες, τις αγέλες. Ο πυρήνας μιας αγέλης είναι το κυρίαρχο αναπαραγωγικό ζεύγος που μπορεί να παραμείνει μαζί για όλη του τη ζωή. Ο λύκος φτάνει σε αναπαραγωγική ηλικία μετά τους 22 μήνες. Η λύκαινα γεννά μία φορά το χρόνο, την άνοιξη, μετά από κύηση 63 συνήθως ημερών, κατά μέσο όρο 3 έως 7 μικρά. Η διασπορά των νεαρών λύκων, όταν συμβαίνει, αρχίζει από την ηλικία του ενός έτους. Τα νεαρά ζώα εγκαταλείπουν σταδιακά την περιοχή όπου γεννήθηκαν, σε αναζήτηση δικής τους επικράτειας. Η κατασκευή του σώματος του και οι θηρευτικές του ικανότητες έχουν προσαρμοστεί έτσι ώστε να μπορεί να ακινητοποιεί εύκολα τη λεία του. Διαθέτει μεγάλο κεφάλι και δυνατές σιαγόνες (δύο φορές πιο ισχυρό δάγκωμα από αυτό του σκύλου), στενό στέρνο, ψηλά πόδια και ελαφρύ σκελετό (προσαρμογή για τη διάνυση μεγάλων αποστάσεων αντοχής), κινείται τρέχοντας ή περπατώντας γρήγορα οκτώ με δέκα ώρες τη μέρα διανύοντας αρκετά χιλιόμετρα. Ενώ ως σαρκοφάγο, ο λύκος έχει εξελιχθεί ώστε να τρέφεται κυρίως με άγρια φυτοφάγα ζώα (οπληφόρα), σε περίπτωση που αυτά εκλείπουν ή έχουν ελαττωθεί σημαντικά, τότε στρέφεται σε μικρότερα σπονδυλόζωα, κτηνοτροφικά ζώα, ή ακόμα και σε ανθρωπογενείς πηγές τροφής (σκουπίδια, νεκρά ζώα). Οι λύκοι χρησιμοποιούν όλες τους τις αισθήσεις για να εντοπίσουν και να καταδιώξουν τη λεία τους. Εντοπίζουν κινούμενα αντικείμενα από πολύ μεγάλες αποστάσεις και διαθέτουν ικανοποιητική νυκτερινή όραση. Οι πιο ανεπτυγμένες αισθήσεις τους είναι η ακοή και η όσφρηση. Το μέγεθος της ρινικής τους κοιλότητας είναι 14 φορές μεγαλύτερο συγκρινόμενο αναλογικά με του ανθρώπου. Οι λύκοι επικοινωνούν μεταξύ τους με ποικιλία ήχων κυρίως όμως φανερώνουν τις διαθέσεις και τις προθέσεις τους με εκφράσεις του προσώπου και συγκεκριμένες στάσεις του σώματος.
Απειλές: Η ελάττωση της φυσικής λείας του λύκου (ελάφι, ζαρκάδι, αγριογούρουνο) που οφείλεται σε ανθρωπογενείς παράγοντες, τον στρέφει προς τα κτηνοτροφικά ζώα σε συνδυασμό με τη σταδιακή χαλάρωση εφαρμογής μεθόδων και τρόπων πρόληψης των ζημιών συνιστά γεγονός που επιτείνει τη σύγκρουση ανθρώπου-λύκου. Οι παγάνες και τα δηλητηριασμένα δολώματα συνεχίζουν να αποτελούν ευρύτατα διαδεδομένες πρακτικές θανάτωσης λύκων αν και ο νόμος, ήδη από το 1993, απαγορεύει αυστηρά τη χρήση τους. Επίσης, η επέκταση της ανθρώπινης δραστηριότητας ακόμα και σε δυσπρόσιτες και απομακρυσμένες περιοχές, τα μεγάλα τεχνικά έργα που υλοποιήθηκαν και συνεχίζουν να υλοποιούνται, χωρίς επαρκή περιβαλλοντικό σχεδιασμό, η διάνοιξη εκτεταμένου και ανεξέλεγκτου δικτύου δασικών δρόμων, η επέκταση των βοσκοτόπων και η μείωση των δασικών εκτάσεων, οδηγούν σταδιακά στην υποβάθμιση των βιοτόπων του λύκου απειλώντας την επιβίωσή του.
Δράσεις: Ο ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ δραστηριοποιείται από το 1998 για τη διατήρηση των πληθυσμών του λύκου σε όλη την Ελλάδα με έμφαση στις περιοχές που αποτελούν βιότοπο του λύκου και βρίσκονται κάτω από τον 39ο παράλληλο (Στερεά Ελλάδα), όπου ο λύκος αποτελεί προστατευόμενο είδος. Οι δράσεις στοχεύουν στη μελέτη και διατήρηση των πληθυσμών του λύκου στην Ελλάδα καθώς και στη βελτίωση της σχέσης λύκου και ανθρώπου. Πιο συγκεκριμένα, οι δράσεις αφορούν σε:
- Συγκέντρωση στοιχείων για την κατανομή και τον πληθυσμό του λύκου στην Ελλάδα
- Προληπτικά μέτρα για την προστασία του κτηνοτροφικού κεφαλαίου
- Δράσεις που σχετίζονται με την ενίσχυση της φυσικής λείας του λύκου
- Κτηνιατρική περίθαλψη και φιλοξενία λύκων που προέρχονται από αιχμαλωσία στο Καταφύγιο του Λύκου
- Ευαισθητοποίηση του κοινού
- Λειτουργία Κέντρου Ενημέρωσης για το Λύκο
Η περιπέτειά του λύκου κατά τους τελευταίους αιώνες
Κανένα άλλο ζωικό είδος δεν έχει πλουτίσει τους μύθους και τις παραδόσεις των λαών του βόρειου ημισφαιρίου, όπως ο λύκος. Σύμβολο δύναμης αλλά και φόβου, εμπλουτίζει με την παρουσία του, θρύλους και παραμύθια, εδώ και χιλιάδες χρόνια, αποτελώντας τον κύριο ανταγωνιστή του ανθρώπου στα πρώτα βήματά του ως τροφοσυλλέκτη και κυνηγού. Ο λύκος, πριν από μερικούς αιώνες, αποτελούσε το είδος με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στο βόρειο ημισφαίριο μετά τον άνθρωπο. Εξαφανίστηκε από πολλά μέρη, στα οποία «ανθεί» ο ανθρώπινος πολιτισμός (Ευρώπη-Βόρεια Αμερική). Στην Ελλάδα σήμερα, ο ελάχιστος δυνατός πληθυσμός υπολογίζεται σε 500-700 άτομα η κατανομή των οποίων, περιλαμβάνει τις κεντρικές και βόρειες, ορεινές και ημιορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στις περιοχές αυτές, ο λύκος επιβιώνει σε πολλές μικρές και απομονωμένες μεταξύ τους ομάδες, με εντονότερη παρουσία όπου υπάρχει νομαδική κτηνοτροφία ή όπου υφίστανται ακόμη μεγάλα ορεινά συγκροτήματα χωρίς έντονη ανθρώπινη παρουσία. Ο λύκος εξαφανίστηκε από την Πελοπόννησο στο τέλος της δεκαετίας του ‘30.
Η νομοθετική προστασία του
Ο λύκος περιλαμβάνεται:
α) στα αυστηρά προστατευόμενα είδη στο ANNEX II της σύμβασης της Βέρνης, που έχει υπογραφεί το 1979 από όλες τις χώρες της Ε.Ε. και
β) στην οδηγία 92/43/Ε.Ε., όπου χαρακτηρίζεται ως πρωτεύον για προστασία είδος κάτω από τον 39ο παράλληλο.
Σε εθνικό επίπεδο τα νομοθετικά μέτρα προστασίας που έχουν θεσπισθεί περιλαμβάνουν:
α) την κατάργηση αμοιβής για το φόνο λύκου (1980)
β) την εξαίρεσή του από τη λίστα των «επιβλαβών» (1991)
γ) την απαγόρευση χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων (1980)
δ) την απαγόρευση της κατοχής λύκων από ιδιώτες (1969)
Επιπλέον, ο λύκος περιλαμβάνεται επίσης και στο «κόκκινο βιβλίο» για τα απειλούμενα είδη της Ελλάδας.
Το σύστημα αποζημιώσεων από τον ΕΛ.Γ.Α. (Ελληνικές Γεωργικές Ασφαλίσεις), παρ’ ότι υφίσταται, παρέχει αποζημιώσεις που δεν καλύπτουν το 100% του ύψους της ζημιάς σε ζωικό κεφάλαιο και που καταβάλλονται αρκετά καθυστερημένα.
Οι κίνδυνοι που τον απειλούν
Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που απειλούν τον λύκο είναι:
I. Ο φόνος από κτηνοτρόφους και κυνηγούς.
II. Η χρήση δολωμάτων.
III. Η σύλληψη των κουταβιών από τις φωλιές.
IV. Ο υβριδισμός λύκου-σκύλου είτε λόγω της χαμηλής πυκνότητας των πληθυσμών του λύκου και της αντίθετα υψηλής των περιπλανώμενων σκύλων (συμβαίνει περιστασιακά να ζευγαρώνουν άτομα από τα δυο είδη και να γεννιούνται υγιή και συχνά γόνιμα υβρίδια), είτε εσκεμμένα από παράνομους κατόχους αιχμάλωτων λύκων έχοντας την εσφαλμένη εντύπωση πως θα δημιουργήσουν λυκόσκυλα.
V. Η όχληση λόγω αυξημένης πυκνότητας του οδικού δικτύου σε ευαίσθητες για το λύκο περιοχές.
VI. Η απώλεια ζωτικών στοιχείων του βιοτόπου του, όπως οι πληθυσμοί άγριων οπληφόρων.
VII. Ο κατακερματισμός του γεωγραφικού χώρου, όπου κινείται το ζώο, από μεγάλης κλίμακας τεχνικά έργα. Η επικοινωνία μεταξύ των πληθυσμών του είναι καθοριστική για την επιβίωση του λύκου καθώς οι εποχικές μετακινήσεις για εξεύρεση τροφής είναι συχνές και εκτεταμένες.
Δικτυότοποι για το λύκο:
Βικιπαίδεια - λύκος
Αρκτούρος - λύκος
Καλλιστώ - λύκος
ΑΠΘ - λύκος
|
| Αγριόγατα |
|
Πιο ογκώδης και μεγαλόσωμος από την κατοικίδια γάτα, ο αγριόγατος ξεχωρίζει κυρίως από τη φουντωτή ουρά του που έχει μήκος γύρω στα 30 εκ., φαρδαίνει προς την άκρη και στολίζεται με σκούρες ρίγες. Το κεφάλι του είναι επίσης πιο ογκώδες από της γάτας. Το τρίχωμά του έχει ποικιλία καστανόξανθων τόνων.
Νύχια μυτερά, δόντια κοφτερά
Ως τυπικό σαρκοφάγο, όλα του τα δόντια είναι οξύαιχμα, κατάλληλα για το σκίσιμο του κρέατος. Δε μασάει την τροφή του, απλά την τεμαχίζει και την καταπίνει. Όπως και τα άλλα αιλουροειδή πιάνει τη λεία του με τα νύχια και την αποτελειώνει με μια δαγκωνιά στο λαιμό. Κυνηγάει συνήθως το βράδυ, στήνοντας καρτέρι έξω από τις τρύπες των ποντικιών, καμιά φορά σκαρφαλωμένος σε κάποιο δέντρο ή βράχο. Η διατροφή του βασίζεται κατά 90% σε ποντίκια, ενώ ευκαιριακά τρώει μικρά πουλάκια, βατράχια, έντομα, σαλιγκάρια, μυγαλές, λαγούς, σκίουρους, κ.ά.
Κοινωνική ζωή
Μοναχικά ζώα, οι αγριόγατοι διαμένουν – αν η τροφή είναι άφθονη – σε μια συγκεκριμένη περιοχή, μέσα στην οποία χρησιμοποιούν σταθερές διαδρομές. Τις διαδρομές αυτές τις σημαδεύουν με εκκρίσεις αδένων που βρίσκονται στα πόδια τους αλλά και με τα ούρα ή τα κόπρανά τους. Κάθε άτομο του ίδιου φύλου υπερασπίζεται μια διακριτή επικράτεια, ενώ ένα αρσενικό και ένα θηλυκό μπορούν να μοιράζονται σε κάποιο βαθμό το χώρο.
Λόγω του μοναχικού τρόπου ζωής, οι πυκνότητες των πληθυσμών του αγριόγατου είναι πολύ χαμηλές, περίπου 2 – 3 άτομα ανά 10 τ. χμ.
Κατανομή – Απειλές
Ο αγριόγατος είναι είδος με πολύ ευρεία κατανομή. Ζει σε δάση, σαβάνες και στέπες από τη δυτική Ευρώπη ως τη δυτική Κίνα και την κεντρική Ινδία καθώς και σε όλη την Αφρικανική ήπειρο. Αναγνωρίζονται 3 υποείδη. το ευρωπαϊκό, το ασιατικό και το αραβικό – αφρικανικό. Αυτό το τελευταίο θεωρείται και ο άγριος πρόγονος της γάτα. Στην Ελλάδα, ο αγριόγατος εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας, σε ποικιλία βιότοπων από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και τα 1.500 περίπου μέτρα. Οι κυριότερες απειλές για τον αγριόγατο σήμερα είναι η υποβάθμιση των βιότοπών του και η διακοπή της επικοινωνίας μεταξύ επιμέρους πληθυσμών. Ένα άλλο πρόβλημα για τους πληθυσμούς του αγριόγατου, που συχνά είναι συνέπεια των προηγούμενων, είναι η διασταύρωσή του με τις κατοικίδιες γάτες. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, ο αγριόγατος είναι πιθανόν να εξαφανίστηκε από δηλητηριασμένα δολώματα.
Δικτυότοποι για την αγριόγατα:
Δημοτικό σχολείο Ρίζου - αγριόγατα
Πράσινο - αγριόγατα
Δήμος Τοπείρου Ξάνθης - αγριόγατα
Βικιπαίδεια - αγριόγατα
|
| Τσακάλι |
|
Βιολογία
Το μήκος του σώματος του μαζί με το κεφάλι φτάνει τα 88-96 εκ. και το βάρος του μέχρι τα 15 κιλά, χαρακτηριστικό που το διαφοροποιεί από το "συγγενή" του λύκο, καθώς ο ενήλικος λύκος ξεπερνά το 1 μέτρο και φτάνει έως και το 1,40.
Το χρώμα του τσακαλιού είναι συνήθως σκοτεινό κίτρινο με μελανές αποχρώσεις κατά μήκος της ράχης. Η ουρά είναι φουντωτή και το τρίχωμα είναι πολύ μακρύτερο στην περιοχή της ράχης συγκριτικά με το υπόλοιπο σώμα.
Είναι ζώο παμφάγο. Τρέφεται κυρίως με μικρόσωμα ζωικά είδη, φρούτα, καρπούς, νεκρά ζώα, ενώ μπορεί και να επιτεθεί και σε αιγοπρόβατα με στόχο τα νεαρότερα μέλη του κοπαδιού. Προτιμά βιοτόπους με πυκνή βλάστηση, χαράδρες αλλά και κοντά σε υγρότοπους με πολλούς καλαμιώνες.
Στη Μεσόγειο ζει σε χαμηλό υψόμετρο, κυρίως στην παραλιακή ζώνη. Εξαπλώνεται σε ελάχιστες περιοχές των Βαλκανίων, ενώ από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει μόνο στην Ελλάδα.
Στον ελλαδικό χώρο δεν έχει καθολική εξάπλωση, καθώς δεν συναντάται στα νησιά (με εξαίρεση τη Σάμο), ενώ απουσιάζει και από πολλές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας.
Μετά τον ένα περίπου χρόνο της ζωής του σχηματίζει σταθερά ζευγάρια και το θηλυκό γεννά, σε υπόγειες φωλιές με πυκνή βλάστηση συνήθως 3-6 μικρά τα οποία έχουν πολύ μικρό ποσοστό επιβίωσης.
Κίνδυνοι - Απειλές
Μέχρι το 1990 ήταν "επικηρυγμένο" είδος από την πολιτεία και δινόταν αμοιβή για τη θανάτωση του από τα δασαρχεία. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία μόνο την περίοδο 1974-1980 θανατώθηκαν 7.000 άτομα. Τα ερευνητικά προγράμματα του WWF Ελλάς δείχνουν ότι οι πληθυσμοί του τσακαλιού έχουν μειωθεί δραματικά τα τελευταία 25 χρόνια, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι απαραίτητοι για την επιβίωσή του, βιότοποι απειλούνται με ολοκληρωτική καταστροφή με την επέκταση των αστικών περιοχών εις βάρος των φυσικών οικοτόπων και τις πυρκαγιές. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα καταφύγια του -τα μεσογειακά δάση και οι θαμνότοποι, οι υγρότοποι, καθώς και τα παραδοσιακά αγροσυστήματα - είναι τα σημαντικότερα, σε βιοποικιλότητα, χερσαία οικοσυστήματα της Ελλάδας.
Δικτυότοποι για το τσακάλι:
WWF - τσακάλι
Μάνη - τσακάλι
Πράσινο - τσακάλι
Livepedia - τσακάλι
Δήμος Προσοτσάνης - τσακάλι
|
| Αργυροπελεκάνος |
|
Παγκόσμια απειλούμενο είδος, ο αργυροπελεκάνος έχει συνολικό πληθυσμό από 12.330-15.730 (IUCN Red List, 2004), σε 19 αποικίες από την Ελλάδα μέχρι την Κίνα. Στην Ελλάδα, αργυροπελεκάνοι φωλιάζουν πια μόνο στις Πρέσπες και κάποιοι λιγότεροι στον Αμβρακικό. Παλιότερα υπήρχαν σε όλη σχεδόν τη χώρα, όμως με προτροπή της πολιτείας που επικήρυξε το είδος ως ιδιαίτερα ‘επιβλαβές θήραμα’, κυνηγήθηκαν αλύπητα και σχεδόν αποδεκατίστηκαν.
Όταν το WWF Ελλάς ξεκίνησε το πρόγραμμα προστασίας του αργυροπελεκάνου στην Πρέσπα, το είδος ανήκε στα «κινδυνεύοντα», με πληθυσμό περίπου 40-165 ζευγάρια. Σήμερα, μετά από δέκα τρία χρόνια επίμονων προσπαθειών, η Πρέσπα φιλοξενεί τη μεγαλύτερη στον κόσμο αποικία αργυροπελεκάνων με περισσότερα από 1.100 ζευγάρια! Το είδος είναι πλέον ιδιαίτερα προστατευμένο βάσει νόμου.
Το WWF Ελλάς στηρίζει το έργο της Εταιρίας Προστασίας Πρεσπών για να συνεχιστεί το σημαντικό έργο προστασίας της Πρέσπας. Τα μέτρα χρειάζεται τώρα να ενταθούν με πιο αποτελεσματικό έλεγχο του κυνηγιού, αποφυγή καταστρεπτικών επεμβάσεων στον υγρότοπο και προγράμματα ευαισθητοποίησης τόσο των ψαράδων όσο και των κατοίκων της περιοχής.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Επιστημονικό όνομα: Pelecanus crispus, Κοινό όνομα: Αργυροπελεκάνος, Χρώμα: Το μεγαλύτερο από τα δύο είδη πελεκάνων της Ευρώπης. Έχει αργυρόλευκο πτέρωμα με σκουρότερο το πάνω μέρος των φτερούγων, Μήκος: Με άνοιγμα φτερών: 3,20 μέτρα, Βάρος: 10-12 κιλά, Βιότοπος:
Φωλιάζει σε λίμνες και παράκτιους υγρότοπους με ρηχές λιμνοθάλασσες, Κύριες απειλές: Καταστροφή βιοτόπων (αποξηράνσεις ή άλλες επεμβάσεις σε υγρότοπους) και έντονο κυνήγι που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, ιδιαίτερα την Άνοιξη (αναπαραγωγική περίοδος).
Δικτυότοποι για τον αργυροπελεκάνο:
Ορνιθολογική εταιρεία - αργυροπελεκάνος
Περιβαλλοντική ομάδα 30ου λυκείου Αθηνών - αργυροπελεκάνος
Δημοτικό σχολείο Ρίζου - αργυροπελεκάνος
|
| Σπιζαετός |
|
Ο Σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus) είναι ένας αετός μεσαίου μεγέθους (65-72 εκ.), με άνοιγμα φτερών 150-180 εκ., που στην Ευρώπη περιορίζεται στις Μεσογειακές περιοχές. Η παγκόσμια εξάπλωσή του, εκτείνεται από την ΒΔ Αφρική και την Ιβηρική χερσόνησο, ανατολικά στη Β. Ινδοκίνα και στη Ν. Κίνα.
Ο Σπιζαετός ζεί σε χαμηλού και μεσαίου υψομέτρου ορεινές περιοχές, (ως 1500 μ.) και σπανίως ψηλότερα. Απαντάται κυρίως σε θερμές βραχώδεις ορεινές περιοχές με εκτεταμένους θαμνώνες (μακί, φρύγανα), και λιγότερο συχνά σε δάση, αλλά και σε γυμνές πλαγιές χωρίς καθόλου βλάστηση. Κυνηγάει στα πιο πολλά είδη βιοτόπων, εκτός του κλειστού δάσους και της ερήμου και φωλιάζει σε απόκρημνα βράχια και σπανίως σε δέντρα. Το κάθε ζευγάρι φτιάχνει αρκετές φωλιές (1-6), η μια κοντά στην άλλη (ακόμα και στον ίδιο βράχο) που τις χρησιμοποιεί διαδοχικά. Με τα χρόνια οι φωλιές γίνονται τεράστιες σε μέγεθος ως 1,80 μ. σε ύψος και 2 μ. σε διάμετρο.
Τα αναπαραγόμενα πουλιά παραμένουν όλο τον χρόνο κοντά στη επικράτεια τους, ενώ τα νεαρά και τα ανήλικα, τουλάχιστον στην ΝΔ Ευρώπη, διασπείρονται σε χαμηλού υψομέτρου περιοχές με μεγάλη πυκνότητα τροφής, όπου συνήθως δεν υπάρχουν ενήλικα άτομα.
Τρέφεται με μεσαίου μεγέθους θηλαστικά και πουλιά, κυρίως με κουνέλια και πέρδικες, αλλά και με λαγούς, σκίουρους, τρωκτικά, περιστέρια, κορακοειδή, γλάρους και ερπετά, που τα πιάνει στο έδαφος αλλά και στον αέρα.
Ο Σπιζαετός κατατάσσεται στα όχι παγκοσμίως απειλούμενα σε παγκόσμιο επίπεδο είδη (IUCN), ενώ το BirdLife International τον έχει κατατάξει στα απειλούμενα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είδη (Tucker and Heath 1994). Στην Ελλάδα έχει καταταχθεί στα Τρωτά στο Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο.
Είναι είδος σπάνιο, με ακανόνιστη κατανομή στη Μεσόγειο. Ο πληθυσμός του στη Ευρώπη, που υπολογίζεται σε λιγότερο από 1000 ζευγάρια, έχει υποστεί δραστική μείωση. Ειδικότερα για τη δεκαετία 1980-90, η μείωση έχει υπολογιστεί σε 25% στην Ισπανία, όπου και βρίσκεται το 75% του Ευρωπαϊκού πληθυσμού.
Οι βασικότερες απειλές που αντιμετωπίζει ο Σπιζαετός με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του πληθυσμού και της κατανομής του, είναι το κυνήγι, η πρόσκρουση σε ηλεκτροφόρα σύρματα των νεαρών και ανήλικων Σπιζαετών, η εξάπλωση της ανθρώπινης παρουσίας καθώς και η μείωση της τροφής του.
Μια από τις σημαντικότερες όμως απειλές που αντιμετωπίζει ο Σπιζαετός είναι η αλλαγή των χρήσεων γης και η εγκατάλειψη των παραδοσιακών αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που έχει αποσταθεροποιήσει την παλιά ισορροπία του Μεσογειακού τοπίου ("μωσαϊκό βιοτόπων") είτε μέσω μιας φυσικής αναδάσωσης, είτε μέσω νέων αγροτικών πρακτικών. Έτσι μειώνεται η βιοποικιλότητα, και ως εκ τούτου η λεία του Σπιζαετού.
Ο πληθυσμός του Σπιζαετού στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΟΕ από την αναθεώρηση των ΣΠΠΕ, υπολογίζεται σε 85-105 ζευγάρια. Πάνω από το 50% ζεί στα νησιά και την Κρήτη (γεγονός που αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της Ελλάδας σε σχέση με την Δ. Ευρώπη), ενώ τα υπόλοιπα κατανέμονται στο μεγαλύτερο τμήμα της ηπειρωτικής χώρας και συγκεκριμένα στη παράκτια μεσογειακή ζώνη. Υπάρχουν ενδείξεις μικρής μείωσης (πιθανώς τοπικής εξαφάνισης) αλλά η κατανομή του Σπιζαετού στην Ελλάδα φαίνεται να παραμένει σταθερή εκτός της Β. και Κ. ηπειρωτικής Ελλάδας όπου μειώνεται.
Οι κυριότερες γνωστές απειλές που αντιμετωπίζει το είδος στη χώρα μας είναι το κυνήγι, η καταστροφή των βιοτόπων του (λατομεία, κατασκευή κατοικιών κλπ), η ενόχληση στις θέσεις φωλιάσματος (αύξηση τουρισμού), η διάνοιξη δρόμων που κάνει προσιτούς στους λαθροθήρες τους βιοτόπους του είδους και πιθανώς η έλλειψη τροφής σε ορισμένα μέρη. Σε αρκετές εξάλλου περιοχές, ο Σπιζαετός θεωρείται -αδικαιολόγητα- από τους βοσκούς απειλή για τα νεογέννητα αρνάκια και για αυτό τον κυνηγούν.
Για την καλύτερη γνώση της κατάστασης και των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι Σπιζαετοί στην Ελλάδα θα πρέπει να γίνεται τακτική απογραφή, και παρακολούθηση του πληθυσμού του ώστε να προλαμβάνονται πιθανές καταστροφικές ενέργειες κοντά στις θέσεις φωλιάσματος. Επίσης θα πρέπει να γίνουν μελέτες της οικολογίας του, και να διερευνηθούν οι ιδιαιτερότητες του νησιώτικου πληθυσμού του. Με τη γνώση που θα αποκτηθεί θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε προσεκτική προστασία ανά περιοχή και ενημέρωση των κατοίκων και των κυνηγών των περιοχών που ζεί.
Δικτυότοποι για το σπιζαετό:
Μάνη - σπιζαετός
Ορνιθολογική εταιρεία - σπιζαετός
ΥΠΕΧΩΔΕ - σπιζαετός
Γυμνάσιο Πλατανιά - σπιζαετός
|
| Σκίουρος |

|
Προστατεύεται από τη σύμβαση της Βέρνης, από το ΠΔ 67/1981 και από το ΚΒ-IUCN. Είναι τρωκτικό είδος που ζει στα δένδρα. Μοναχικό ζώο, δραστηριοποιείται την ημέρα, για το λόγο αυτόν μπορεί κάποιος να τον συναντήσει. Ζει σε δάση πλατύφυλλων, κωνοφόρων, αλλά και σε μεικτά δάση. Αν και δεν απειλείται, κινδυνεύει γενικότερα από την ευρεία χρήση φυτοφαρμάκων στη γεωργία. Θηρευτές του είναι αρπακτικά πουλιά. Η φωλιά του βρίσκεται συνήθως σε τρύπες στα δένδρα, σε ύψος πάνω από 5 μ.. Το χειμώνα παραμένει μέσα στη φωλιά του, όπου αποθηκεύει από το καλοκαίρι σπόρους με τους οποίους τρέφεται.
Αναγνώριση: Έχει μήκος περίπου 25 εκ. και με την ουρά του φθάνει τα 45 εκ. Το χρώμα του είναι το καλοκαίρι κόκκινο-καφέ και το χειμώνα γκρι-καφέ. Η κοιλιά είναι ανοιχτόχρωμη. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελεί η φουντωτή ουρά του. Συνήθως, κάθεται στα πίσω πόδια που είναι πολύ μεγαλύτερα από τα μπροστινά. Το χειμώνα σχηματίζονται τούφες γύρω από τα αυτιά που είναι σχετικά μεγάλα.
Δικτυότοποι για το σκίουρο:
Δήμος Προσοτσάνης - σκίουρος
Βικιπαίδεια - σκίουρος
|